Ελβετίας Μάξιμος: Η παρουσία Ορθοδόξων πιστών καταγράφει άνοδο τα τελευταία χρόνια – Συνέντευξη στην «Κιβωτό της Ορθοδοξίας»

Η Συνέντευξη δημοσιεύθηκε στην «Κιβωτό της Ορθοδοξίας» (7-3-2024)

Με δυσκολία μπορεί κάποιος να σκεφθεί ότι σε μια χώρα όπως η Ελβετία, με τις δύο μεγαλύτερες πόλεις της, Ζυρίχη και Γενεύη, να ανήκουν στη χορεία των πέντε ακριβότερων πόλεων του κόσμου, το Ευαγγέλιο διαδίδεται και, μάλιστα, τα τελευταία χρόνια, ως αποτέλεσμα και άλλων παραμέτρων, η παρουσία του ορθοδόξου πληθυσμού να αυξάνεται αριθμητικά. Και, όμως! Στη μητρόπολη Ελβετίας, ως επαρχία του Οικουμενικού Θρόνου, καταβάλλεται μια αξιέπαινη προσπάθεια ευαγγελισμού και διαδόσεως της Ορθοδοξίας.

Ο μητροπολίτης Ελβετίας κ. Μάξιμος μίλησε στην «Κιβωτό της Ορθοδοξίας» για τα γεωγραφικά όρια και τις ποιμαντικές δράσεις της μητρόπολής του, κάνοντας ιδιαίτερη αναφορά στις προταραιότητές του για το νέο έτος 2024.

– Κ.τ.Ο.: Σεβασμιώτατε, σε τι γεωγραφικά όρια εκτείνεται η μητρόπολή σας; Πόσους ναούς έχετε και πόσοι ιερείς διακονούν κοντά σας;

– κ. Μάξιμος: Εν πρώτοις, επιθυμώ να σας ευχαριστήσω για την δυνατότητα αυτής της συζητήσεως και την τιμή να φιλοξενηθούν πληροφορίες περί της Ιεράς Μητροπόλεως Ελβετίας στις στήλες της εφημερίδος σας.

Η Μητρόπολις Ελβετίας ιδρύθηκε με Πατριαρχικό και Συνοδικό Τόμο στις 2 Οκτωβρίου 1982 και η δικαιοδοσία της εκτείνεται σε δύο κράτη, την Ελβετική Συνομοσπονδία και το Πριγκιπάτο του Λιχτενστάιν. Η έδρα της ευρίσκεται στην Γενεύη. Είναι μία μικρή μεν, σε γεωγραφική έκταση, Επαρχία του Οικουμενικού Πατριαρχείου, στην καρδία της Ευρώπης, σημαντική δε, ακριβώς λόγῳ της θέσεως και των ιδιαιτέρων γλωσσικών, πολιτικών, πολιτισμικών, θρησκευτικών, οικονομικών κ.ά. χαρακτηριστικών, τα οποία καθιστούν ξεχωριστή ή και μοναδική την Ελβετία.

Είναι γνωστόν ότι ο ελβετικός τιμάριθμος είναι από τους υψηλοτέρους στον κόσμο, οι δε δύο μεγαλύτερες πόλεις της Ελβετίας, η Ζυρίχη και η Γενεύη, κατατάσσονται μεταξύ των πέντε ακριβοτέρων πόλεων του κόσμου. Συνεπώς, η οικοδόμηση ναού από το «δίλεπτον της χήρας» και τον οβολό των πιστών είναι άθλος μέγας ή και, ανθρωπίνως, αδύνατος. Όπου, όμως, ο λόγος του Θεού, μέχρι σήμερα, «ελάλησεν αγαθά εν ταις καρδίαις» ευλαβών προσώπων, κυρίως εκτός Ελβετίας, γενομένων κτητόρων και ευεργετών, απεκτήθησαν ιεροί ναοί προς δόξαν Θεού και μαρτυρία Ορθοδοξίας στις περιοχές όπου εκτίσθησαν.

Η Μητρόπολις έχει 13 ενορίες, εκ των οποίων οι 8 διαθέτουν ιερούς ναούς, ενώ οι υπόλοιπες 5 έχουν στην διάθεσή τους ευκτηρίους οίκους, προσφερομένους φιλαδέλφως από χριστιανικές κοινότητες, καταλλήλως διαρρυθμισμένους. Από γλωσσικής πλευράς, 8 ενορίες είναι ελληνόφωνες (Γενεύης, Λωζάννης, Βέρνης, Όλτεν, Βασιλείας, Ζυρίχης, Σάντκ Γκάλλεν, Λουγκάνου), 3 γαλλόφωνες (Γενεύης, Σαβορνέ, Φριβούργου) και 2 ρουμανόφωνες (Γενεύης, Μέγκενβιλ). Τα δύο τελευταία χρόνια, πρόσφυγες από την Ουκρανία εκκλησιάζονται, με ιδιαίτερο λειτουργικό πρόγραμμα στην ουκρανική γλώσσα, σε 3 ενορίες (Γενεύης, Σαβορνέ, Ζυρίχης). Η Μητρόπολις ευχαρίστως προσφέρει λατρευτική στέγη στους πιστούς της γεωργιανής κοινότητος της γαλλοφώνου Ελβετίας.

Στην Μητρόπολη διακονούν 21 κληρικοί, εκ των οποίων τους 11 εχειροτόνησα την τελευταία εξαετία, αφ᾽ ότου, δηλαδή, το 2018, με ευμενή εισήγηση της Α.Θ. Παναγιότητος, του Οικουμενικού Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου, εξελέγην από την Αγία και Ιερά Σύνοδο Μητροπολίτης Ελβετίας, μετά από 29 χρόνια διακονία στην Μητρόπολη αυτή ως διάκονος και πρεσβύτερος, από τα οποία τα 21 ως Πρωτοσύγκελλός της.

 

– Κ.τ.Ο.: Πώς αντιδρά ο κόσμος στην Ελβετία απέναντι στην Ορθοδοξία; Σέβεται, αποδέχεται τον ορθόδοξο ιερέα;

– κ. Μάξιμος: Η Ελβετία ως προς την θρησκεία είναι λαϊκό (ουδετερόθρησκο) κράτος. Ακόμη και οι λεγόμενες, για ιστορικούς λόγους, «Εθνικές Εκκλησίες» (Ρωμαιοκαθολική, Μετερρυθμισμένη, Παλαιοκαθολική), δρουν εντός συγκεκριμένου νομικού πλαισίου, πλην ολίγων εξαιρέσεων, στα λεγόμενα «Καθολικά Καντόνια», στα οποία οι ρωμαιοκαθολικοί έχουν κάποια προνόμια. Σε ιδιαίτερο νομικό πλαίσιο κινούνται οι λοιπές θρησκευτικές κοινότητες, όπως και η Ορθόδοξη Εκκλησία, τόσο σε ομοσπονδιακό, όσο και σε καντονιακό επίπεδο, με μικρές διαφοροποιήσεις από καντόνι σε καντόνι.

Στην ερώτησή σας για την αντίδραση του κόσμου στην Ελβετία απέναντι στην Ορθοδοξία. Εάν ως κόσμο εννοείτε τους γηγενείς Ελβετούς, αυτοί, στην πλειονότητά τους, απέναντι στο φαινόμενο «πίστη» στέκονται αδιάφοροι. Γενικώς, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η στάση τους κινείται από την τυπική αστική ευγένεια ως την ευγενική ψυχρότητα. Η συμπεριφορά των αυτοχθόνων προς τον Ορθόδοξο ιερέα δεν διαφέρει από αυτήν που επιδεικνύουν προς λειτουργούς άλλων χριστιανικών δογμάτων, τα οποία τους είναι γνωστότερα και πιο οικεία. Όμως, με το ήθος, την πείρα και την ευγένεια, αρετές οι οποίες κοσμούν τα μέλη του κλήρου της Μητροπόλεώς μας, οι Ιερείς μας έχουν κερδίσει τον σεβασμό και την εκτίμηση τόσο σε προσωπικό ή οικογενειακό επίπεδο, δηλ. ως πολιτών στην γειτονιά τους και στις κοινωνικές συναναστροφές τους, όσο και στους χώρους όπου κινούνται ως εκκλησιαστικοί λειτουργοί (νοσοκομεία, γηροκομεία, φυλακές κ.λπ).

Αξίζει να αναφέρω την μόλις προ μηνός δημοσιευθείσα στατιστική έρευνα του Ομοσπονδιακού Γραφείου Στατιστικής, διότι αποτελεί τεκμήριο των προλεχθέντων. Η έρευνα ανέδειξε, για πρώτη φορά, τους αθρήσκους ως την μεγαλύτερη μερίδα του ελβετικού πληθυσμού. Τα ευρήματα της στατιστικής αυτής ήταν αποκαρδιωτικά για ιστορικές θρησκευτικές ομάδες, όπως οι ρωμαιοκαθολικοί, οι οποίοι, πλην εξαιρέσεων στα «Καθολικά Καντόνια», σημείωσαν σημαντική πτώση στο σύνολο του πληθυσμού της χώρας. Παρόμοια εικόνα εμφανίζει και ο προτεσταντικός χώρος. Οι Παλαιοκαθολικοί αναφέρονται με πραγματικούς αριθμούς (11.000), επειδή το στατιστικό ποσοστό τους είναι πλέον δυσδιάκριτο.

Η παρουσία Ορθοδόξων πιστών, ανεξαρτήτως εθνικής καταγωγής, καταγράφει άνοδο τα τελευταία χρόνια και υπολογίζεται σε 180.000, περίπου. Η ελληνορθόδοξη ομογένεια αυξήθηκε την τελευταία δεκαπενταετία και αυτό οφείλεται στο μεταναστευτικό ρεύμα από την Ελλάδα, εξ αιτίας της οικονομικής κρίσεως. Οι νέοι μετανάστες ελληνορθόδοξοι ενσωματώθηκαν στις ενοριακές δομές της Μητροπόλεως. Η προσέλευσή τους στις Ενορίες μας ακολουθεί την αναλογία όσων έχουν ζώσα την πίστη και ενεργή την εκκλησιαστική συνείδηση και στην Ελλάδα. Δηλαδή, από τους νεομετανάστες εκκλησιάζεται το ποσοστό, το οποίο εκκλησιάζεται και στην Ελλάδα. Όμως, αυτό το μικρό ποσοστό των πιστών υπήρξε σημαντικό για τον εμπλουτισμό των Ενοριών μας. Πρόκειται για ευλαβείς νέους ανθρώπους, επιστήμονες στην πλειονότητα τους με μεταπτυχιακούς και διδακτορικούς τίτλους, γλωσσομαθείς και πεπαιδευμένους, με γνήσιο εκκλησιαστικό φρόνημα και ζήλο κατ᾽ επίγνωσιν. Σημειωτέον, ότι από την πνευματική δεξαμενή αυτών των ευλαβών νεομεταναστών αλιεύθησαν εκλεκτοί νέοι, οι οποίοι προσφάτως εχειροτονήθησαν ιερείς και ο ιερός κλήρος μας απέκτησε νέα λαμπρά μέλη.

Το ήθος των πιστών και η ποιότητα της ποιμαντικής διακονίας των κληρικών μας γίνονται οι αγαθοί μάρτυρες της Ορθοδοξίας ενώπιον των «εθνών» της χώρας αυτής και απολαύουν του σεβασμού των καλής θελήσεως Ελβετών.

 

– Κ.τ.Ο.: Πόσο εύκολο είναι σήμερα, από τη δική Σας εμπειρία, να καλλιεργηθεί το Μήνυμα του Ευαγγελίου σε μια εποχή που κυριαρχεί ο υπαρξισμός και η αθεΐα;

– κ. Μάξιμος: Όσο και αν διέφερε ο βαθμός δυσκολίας ή η ιστορική συγκυρία, ουδέποτε στον ιστορικό βίο της η Εκκλησία εγνώρισε νηνεμία και γαληνά ύδατα. Η εκκλησιαστική ναυς πάντοτε εκλυδωνίζετο και οι κήρυκες του Ευαγγελίου πολλές φορές εσφράγιζαν το κήρυγμα με το αίμα τους. Έτσι, και στην εποχή μας οι εργάτες του Ευαγγελίου συναντούν δυσκολίες, παρά τα μέσα, τα οποία προσφέρει η σύγχρονη τεχνολογία. Τα επιτεύγματά της είναι χρήσιμα για την διάδοση του ευαγγελικού λόγου σε ένα κόσμο, όπως τον περιγράψατε, αμφισβητήσεως των πάντων, απορρίψεως οποιασδήποτε μορφής αυθεντίας και αθεΐας.

Η σύγχρονη τεχνολογία προσφέρει πολλούς και αποτελεσματικούς τρόπους διαδόσεως του Ευαγγελίου εις πάντα τα έθνη και εν παντί τόπῳ της δεσποτείας Κυρίου. Συνεπώς, οι δυσκολίες δεν εντοπίζονται στις ημέρες μας στα μέσα ή στις δυνατότητες διαδόσεως του Ευαγγελίου, αλλά στην κατανόηση και αποδοχή, από μέρους των ακροατών του ευαγγελικού μηνύματος, ότι αυτό είναι λόγος ζωής και σώζουσα αληθεία. Η καλλιέργεια του αγρού της ψυχής είναι ο προφανής σκοπός του εργάτου του Ευαγγελίου, προκειμένου ο σπόρος του Καλού Σπορέως να πέσει σε γη αγαθή και να φέρει καρπόν εκατονταπλασίονα. Μαζί με τον ευαγγελισμό των μακράν, αναγκαίος είναι πλέον και ο επανευαγγελισμός των εγγύς, ώστε η πνευματικώς άγονη κοινωνία της εποχής μας να θυμηθεί ότι ο γνήσιος καρπός της ευαγγελικής σποράς είναι η ακλινής πίστη στον Ιησού Χριστό. Αυτός είναι ο σκοπός των Αγίων Γραφών, κατά την ιωάννεια διαπίστωση, ότι «ταύτα γέγραπται, ίνα πιστεύσητε ότι ο Ιησούς εστίν ο Χριστός ο υιός του Θεού, και ίνα πιστεύοντες ζωήν έχητε εν τω ονόματι αυτού». Ο λόγος του Ευαγγελίου, τον οποίο εκήρυξαν οι Απόστολοι και ερμήνευσαν οι Πατέρες της Εκκλησίας, προβάλλει τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό, τον σαρκωθέντα Υιό και Λόγο του Θεού, ως τον σωτήρα και λυτρωτή του γένους των ανθρώπων. Στον πανίερο, λοιπόν, αυτό σκοπό του κηρύγματος του Ευαγγελίου, ο ρόλος της τεχνολογίας είναι σημαντικός και αναγκαίος, χωρίς, όμως, η κατάχρησή της να αποϊεροποιεί το ίδιο το ευαγγελικό μήνυμα ούτε να αποβαίνει ευκαιρία προβολής του κηρύττοντος, δεδομένου ότι για όλους εμάς τους εργάτες του Ευαγγελίου, κληρικούς και λαϊκούς, ισχύει πάντοτε το «όταν ποιήσητε πάντα τα διαταχθέντα υμίν, λέγετε ότι δούλοι αχρείοι εσμέν, ότι ό ωφείλομεν ποιήσαι πεποιήκαμεν«.

 

– Κ.τ.Ο.: Μπορεί κάποιος να έρθει να διακονήσει, μέσα στα πλαίσια του εθελοντισμού, στη μητρόπολή σας και, αν ναι, με ποιες προϋποθέσεις;

– κ. Μάξιμος: Ο εθελοντισμός ως εθελουσία προσφορά χρόνου, κόπου, χρήματος κ.λπ. είναι μία ευγενής, επαινετή και θυσιαστική δράση του ανθρώπου προς τον άνθρωπο. Προσέλευση εθελοντών από άλλες χώρες, π.χ. την Ελλάδα, για βοήθεια στις ποιμαντικές δράσεις ή το εν γένει έργο της Μητροπόλεως και των Ενοριών της θα ήταν, ασφαλώς, επωφελής τόσο για την τοπική μας Εκκλησία, όσο και για τους εθελοντές, οι οποίοι θα είχαν την ευκαιρία να αποκτήσουν πολύτιμη εμπειρία από την ζωή και την διακονία μιάς Επαρχίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην Ευρώπη, όπου τίποτε δεν προσφέρεται ακόπως και τίποτε δεν θεωρείται αυτονόητο τόσο στην εκκλησιαστική ζωή όσο και στον καθ᾽ ημέραν βίο, χωρίς έξωθεν ενισχύσεις ή κρατικές παροχές. Όμως, αντικειμενικές δυσκολίες, όπως η έλλειψη ενοριακών δομών φιλοξενίας και σιτίσεως, η άδεια παραμονής, η αναγκαία ιατρική ασφάλισή τους κ.ά., δεν επιτρέπουν την υποδοχή εξωτερικών εθελοντών.

Στον εθελοντισμό, υπό ευρεία έννοια, εντάσσεται η προσφορά λαϊκών για την επάνδρωση των ιερών αναλογίων, την κατήχηση των νέων βλαστών των Ενοριών, την ευπρέπεια των ιερών ναών κ.λπ., αναλόγως των δυνάμεων και των δυνατοτήτων εκάστου. Στην θυσιαστική εθελουσία εκκλησιαστική προσφορά εντάσσονται και οι προσφάτως χειροτονηθέντες λαμπροί νέοι επιστήμονες, οι οποίοι διακονούν αμισθί σε Ενορίες μη δυνάμενες να διασφαλίσουν τακτική μισθοδοσία, ή προσφέρουν ανεκτίμητη υπηρεσία στην λατρευτική και ποιμαντική ζωή πολυπληθών Ενοριών, πλησίον των τακτικών Εφημερίων.

– Κ.τ.Ο.: Ποια είναι τα άμεσα σχέδιά σας για τη μητρόπολή σας μέσα στο νέο χρόνο;

– κ. Μάξιμος: Ο παύλειος λόγος στην προς Ρωμαίους Επιστολή «ου του θέλοντος ουδέ του τρέχοντος, αλλά του ελεούντος Θεού» υποδεικνύει στον σώφρονα άνθρωπο να εντάσσει τα σχέδια και τα προγράμματά του στην βουλή και το έλεος του Παναγάθου Θεού. Έτσι, Θεού θέλοντος, και κατά το αρξάμενο έτος προτεραιότητες παραμένουν, μεταξύ άλλων, η επαναχάραξη των ορίων των Ενοριών, διότι η υπάρχουσα ουδόλως ανταποκρίνεται στις σύγχρονες ποιμαντικές ανάγκες, η δημιουργία νέων Ενοριών, η ανανέωση του εφημεριακού κλήρου και ο εμπλουτισμός του με νέους κληρικούς και η διαρκής μέριμνα για την θεραπεία των επαχθών αναγκών της κεντρικής υπηρεσίας της Μητροπόλεως.